Υποκεφάλαιο 23: Εξωτική σκηνή!

Στέκεσαι δίπλα μου. Απέναντι μας, θάλασσα, απέραντη θάλασσα, θάλασσα ατελείωτη. Ίσως και ωκεανός. Εμένα μου αρέσει η θάλασσα και εσένα σου αρέσει η θάλασσα, για το θεό σε ποιον δεν αρέσει η θάλασσα; Φυσάει αεράκι. Ίσα-ίσα να κάνει τα μαλλιά μου να ανεμίζουν όταν θα πέφτει πάνω τους η φωτιά του ηλίου που δύει.. Μαζί με τα μαλλιά μου καίει και τη θάλασσα. Μαζί με τη θάλασσα και τα μαλλιά μου καίνε και τα μάτια σου.

Ο ήλιος αυτήν την ώρα έχει πάρει φωτιά. Καιγόμαστε και οι τέσσερις. Η θάλασσα μαζί με τον ήλιο και εγώ μαζί με εσένα . Μου απλώνεις το χέρι. Θέλεις να χαθούμε στα νερά της θαλάσσης. Αυτήν τη θάλασσα πολλοί τη φοβούνται. Επικίνδυνα τα νερά της και λίγοι αυτοί που ξέρουν καλό κολύμπι. Σου δίνω το χέρι και πλέον προχωράμε μαζί προς τη θάλασσα. Για την ακρίβεια δεν προχωράμε, βουτάμε. Αυτή η θάλασσα θέλει τον τρόπο της, αλλιώς μπορεί να σε πνίξει, και εμείς ήμασταν απρόσεχτοι και απλά πηδήξαμε με μανία και βιασύνη μέσα της. Δεν πήγαμε από τα ρηχά, δεν περπατήσαμε στην ασφάλεια, αλλά πιάσαμε κατευθείαν τα βαθιά, εκεί που εγώ δεν πατούσα μα ούτε και εσύ κι ας το ήθελες. Βλέπεις, δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε ούτε στη θάλασσα, ούτε στη φωτιά που θα μας έβαζε. Με ρώτησες αν μου αρέσει.. Σου απάντησα πως δεν έχω κολυμπήσει ξανά σε τέτοια θάλασσα.

Δεν κολυμπήσαμε πολύ, ήθελες να βγούμε γιατί νύχτωσε. Έπεσε ο ήλιος και τα νερά της θαλάσσης ήταν σκοτεινά, δεν έβλεπες που πατάς. Ήθελες να βγεις. Ήθελες την ασφάλεια της στεριάς. Εγώ όμως, δε φοβόμουν . Σου είπα πως θέλω να καθίσουμε και άλλο. Σου είπα πως ήθελα να απολαύσω την καινούρια μου θάλασσα, να κολυμπήσω τα νερά της. Μαζί σου. Εγώ δε φοβόμουν το σκοτάδι της, ούτε τα βάθη της. Πήγες να βγεις. Σε έπιασα από το χέρι και σου είπα »Μείνε. Θέλω να κολυμπήσω!».. Εσύ ξαφνικά τρόμαξες. Τρόμαξες από τα βάθη της που ξαφνικά δε γνώριζες κι ας τη γνώριζες καλύτερα από εμένα, τρόμαξες από το άγνωστο σώμα που σε ακούμπησε κάτω από το νερό , πανικοβλήθηκες! Πανικοβλήθηκες που σήκωσες κύματα, κύματα επειδή ήξερες πως δεν ήξερα καλό κολύμπι, κύματα διότι γνώριζες πως ήθελα να κολυμπήσω πάραυτα. Σήκωσες φουρτούνες, με σκέπασες με κύματα τόσο δυνατά που βρέθηκα ξαφνικά μπλεγμένη ανάμεσά τους.

Το σώμα μου ήταν έρμαιο των ατίθασων κυμάτων σου, κύματα που εσύ μου δώρισες , άθελά σου, θέλω να πιστεύω. Άθελα σου, γιατί δε θα πίστευα ποτέ πως θέλησες να με πνίξεις εσκεμμένα! Και ενώ εσύ βγήκες από τη θάλασσα και έκατσες στην ασφαλή σου στεριά, εγώ βρέθηκα ανάμεσα σε μια φουρτούνα που δεν είδα να έρχεται. Με πλάκωσε ένα τσουνάμι που δεν προειδοποίησε για την άφιξή του. Απλά βρέθηκα ξαφνικά ανάμεσα στα βίαια νερά. Δεν ήμουν ναυαγός. Ήμουν απλά ένα σώμα που δεν ήξερε να κολυμπάει.Το κορμί μου έκανε στροφές μαζί με τα κύματα, η όραση μου ήταν θολή και δεν έβλεπα τίποτα από το σκοτάδι του βυθού. Τα χέρια μου έψαχναν από κάπου να πιαστούν για να μπορέσω να βγω από τα κύματα, αλλά δεν έβρισκα πουθενά. Το σώμα μου ήταν ανεξέλεγκτο στο έλεος των κυμάτων που με επιμονή με πετούσαν πάνω σε βράχια. Όπως χτυπάν αυτά, ήθελαν να εναρμονιστώ μαζί τους. Και εγώ βρήκα το ρυθμό μου στη μουσική τους. Στο κλειδί του Σολ τυλιγόμουν μέσα στα κύματα ανήμπορη να σηκώσω το κεφάλι μου εκτός της μάζας τους. Στο κλειδί του Φα με πετούσαν με όλη τους τη δύναμη πάνω στα βράχια. Έπειτα με έπαιρναν πάλι πίσω.. Τα κύματα από την άλλη, έκαιγαν τις πληγές που μου γεννούσαν τα βράχια. Και εγώ, μάτωνα. Και οι πληγές έτσουζαν. Και η ανάσα μου ήταν κομμένη. Δεν υπήρχε οξυγόνο κάτω από το νερό. Και εγώ πάσχιζα να αναπνεύσω, να βγάλω το κεφάλι μου από τα κύματα.

Έβλεπα κόσμο να περνάει από τη στεριά και δεν μπορούσα να φωνάξω βοήθεια. Τα κύματα με είχαν φτάσει πια στο βυθό τους. Ήταν αποφασισμένα πια να με αποτελειώσουν στον ύφαλο του βυθού τους. Και εγώ φώναζα βοήθεια. Βοήθεια στους φίλους που με έβλεπαν από τη στεριά αλλά η θάλασσα δεν τους άφηνε να απλώσουν το χέρι να με τραβήξουν. Και κανενός φίλου μου τα χέρια δεν έφταναν τόσο βαθιά. Και εγώ φώναξα βοήθεια σε εσένα.. Σε εσένα που ήξερες κολύμπι, σε εσένα που ίσως και να είδες ότι πνιγόμουν, σε εσένα που ήσουν ο μοναδικός που δε θα πνίγονταν στην θάλασσα. Γιατί; Μην αμφιβάλλεις. Πολλοί θαρραλέοι βούτηξαν πρόθυμοι να με σώσουν από βέβαιο πνιγμό, αλλά ο βυθός τους έπνιξε κι αυτούς. Τους θυσίασε στο βωμό της διάσωσής μου. Εγώ σου φώναξα βοήθεια και εσύ κάθισες προβληματισμένος να με κοιτάς να χάνω το οξυγόνο μου και να αναρωτιέσαι πως είναι δυνατόν να πνίγομαι. Ακόμα δεν είμαι σίγουρη αν με έπνιξες ή αν πνίγηκα μόνη μου. Ακόμα δεν είμαι σίγουρη πως βγήκα από τη φουρτούνα . Δεν ξέρω αν με λυπήθηκε ο Ποσειδώνας και απλά με έσπρωξε, δεν ξέρω αν η αδιαφορία στο βλέμμα σου με πυροδότησε να πεταχτώ από εκείνο τον αιματηρό πόλεμο. Ξέρω όμως πως είχα κουραστεί να πολεμώ, είχα εξαντληθεί να πολεμώ με φαντάσματα της θάλασσας, δεν είχα άλλες αντοχές, δεν είχε μείνει οξυγόνο στα σωθικά μου να με κρατήσει ένα λεπτό ακόμα. Δεν είχε μείνει σταγόνα από αίμα να σπαταλήσουν τα κοφτερά βράχια, δεν είχα δύναμη να κρατηθώ λίγο ακόμα. Έσβηνα. Πέθαινα. Η ψυχή μου θα χανόταν στην άβυσσο. Και τότε σε είδα.

Σαν άγγελος. Μου άπλωσες το χέρι, το χέρι σου έφτανε τόσο βαθιά, μου άπλωσες το χέρι και με όλη σου τη δύναμη με τράβηξες έξω. Είναι όπως όταν κάνεις μακροβούτι σε μια οποιαδήποτε παραλία το καλοκαίρι και ξαφνικά πετάς το κεφάλι σου έξω και η ανάσα που παίρνεις είναι γεμάτη ζωή. Όχι δεν ήσουν φίλος εσύ που με τράβηξες, δεν ήσουν καν εσύ που με έπνιξες, ήταν το μόνο άτομο που μπορούσε, ήταν το άτομο που βαθιά μέσα μου ήξερα πως μόνο αυτό μπορεί να με σώσει. Ήμουν εγώ! Μα τι νόμιζες; Τι περίμενες; Μήπως περίμενες κανέναν ήρωα; Κάποιον ξαφνικό εραστή που με έβγαλε από το βούρκο; Όχι.

Δεν υπάρχουν ήρωες. Δεν υπάρχουν πρίγκιπες που θα μας δώσουν το φιλί της ζωής. Ο μόνος ήρωας είμαστε εμείς οι ίδιοι. Πάντα εγώ ήμουν ο ήρωάς μου. Εκτός βέβαια από τον μπαμπά μου. Πάντα εγώ με έσωζα. Δεν ξέρω πως μπόρεσα να πιστέψω πως θα έρθει κάποιος άλλος να με σώσει. Ο ήρωάς μου με είχε παρατήσει για λίγο. Αλλά ήρθε όταν έπρεπε. Ήρθε λουσμένος από κατάλευκο φως. Ήρθε και φώτισε τη σκοτεινή θάλασσα και με έκανε να δω πως ο βυθός δεν ήταν και τόσο επικίνδυνος τελικά, ήρθε και μετέτρεψε τα βράχια σε σπάγκους να μην με πονάνε πια, ήρθε και το ηλιοστάλαχτο φως του άσπρισε τα κατάμαυρα νερά, και η όρασή μου δεν ήταν πια θολή. Και τότε μου άπλωσε το χέρι. Το χέρι που μου στέρησες εσύ. Και εγώ το άρπαξα χωρίς δισταγμό. Το άρπαξα λυσσασμένα. Και η ανάσα που πήρα όταν με έβγαλε στην επιφάνεια ήταν γεμάτη ζωντάνια. Η ανάσα αυτή ήταν γεμάτη ζωή. Γέμισε τα σωθικά μου με οξυγόνο και η κραυγή που βγήκε από μέσα μου ήταν γεμάτη ανακούφιση και χαρά. Η ανάσα αυτή, τόσο δυνατή, εμπλουτισμένη με αγαλλίαση δε θα μπορέσει ποτέ να συγκριθεί με τίποτα άλλο. Κολύμπησα ήρεμα μέχρι τη στεριά. Ξάπλωσα στην ασφαλή άμμο της. Ήταν μέρα πια. Η ήλιος έκαιγε την γδαρμένη μου ψυχή και έψηνε την άμμο. Οι πληγές μου δεν πονάνε πια. Θα κλείσω τις πληγές μου, αλλά οι ουλές θα μείνουν . Στην ίδια θάλασσα θα ξανά βουτήξω αλλά δε θα πνιγώ . Στην ίδια θάλασσα υπόσχομαι ποτέ κανέναν να μην πνίξω. Χαμογέλασα στον ήλιο και σκέφτηκα.. Πως στην ίδια θάλασσα αν ξανά βρεθούμε, εγώ σε αυτήν υπόσχομαι θα σε πνίξω!

Και το χέρι που με τράβηξε απ’το βούρκο δεν ήταν άλλο από το δικό μου. Και η ψυχή που με έσωσε με κοίταξε στα μάτια όταν βγήκα. Και στα μάτια την κοίταξα και εγώ. Μα τότε κατάλαβα πως δεν ήμαστε διαφορετικές πια. Τότε κατάλαβα πως με σκότωσε για να με γεννήσει πάλι. Τότε κατάλαβα πως πλέον ήμασταν ίδιες. Τότε το βλέμμα του δολοφόνου μου, ήταν το πιο όμορφο θέαμα που έχω αντικρίσει.

~ Από την Ιωάννα Αγροδήμου 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ