Σύνδεση της εκπαίδευσης με την εργασία

Υψηλό ποσοστό βασικής εκπαίδευσης, αλλά χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο δυναμικό στην Ελλάδα. Ειδικότερα, οι δεξιότητες που διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό δε συνδέονται με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, πράγμα που οδηγεί σε χαμηλή παραγωγικότητα και αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για να επιτύχει η ελληνική οικονομία ανάκαμψη.

Η Ελλάδα, δυστυχώς καταλαμβάνει την τελευταία θέση μαζί με την Ισπανία μεταξύ των 28 χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην κατάταξη του Ευρωπαϊκού Δείκτη Δεξιοτήτων, που καταρτίζει το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP).

Σχεδόν 8 στους 10 εργοδότες στην Ελλάδα δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να βρουν εργαζόμενους και να καλύψουν θέσεις εργασίας που έχουν ανάγκη.

Συνεπώς, κρίσιμη προϋπόθεση για να επιτευχθεί ανάπτυξη στην πατρίδα μας είναι να προχωρήσουμε στον παραγωγικό μετασχηματισμό και στην κάλυψη του χάσματος δεξιοτήτων. Να παράγουμε περισσότερα και ανταγωνιστικότερα διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες, να μειώσουμε την φορολογία και το υψηλό μη μισθολογικό κόστος.

Διασύνδεση βιομηχανίας με την εκπαίδευση

Απαραίτητη πάντως είναι η επίτευξη της διασύνδεσης της βιομηχανίας με την εκπαίδευση, πράγμα που ωφελεί και τους φοιτητές , που με την αποφοίτηση τους θα βρουν εργασία, αλλά και της οικονομίας.

Η εκπόνηση πρακτικής και διπλωματικών εργασιών στους χώρους της βιομηχανίας πρέπει να ενθαρρυνθεί, αφού αυτό προσδίδει αυξημένες δυνατότητες στους φοιτητές να ενταχτούν στην αγορά εργασίας. Η εφαρμοσμένη έρευνα μπορεί να συγχρηματοδοτηθεί ενταγμένη σε ένα ενιαίο ακαδημαϊκό και ερευνητικό πλαίσιο, ιδιαίτερα γιατί η εξωστρέφεια και η καινοτομία αποτελούν αδήριτη ανάγκη για τις ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις.

Είναι συνεπώς αναγκαίο τα Ελληνικά Πανεπιστήμια να παρέχουν νέες, επικαιροποιημένες γνώσεις στους φοιτητές. Να διαθέτουν τεχνολογία αιχμής και άρτιες ερευνητικές υποδομές, σύγχρονες εγκαταστάσεις και να αποτελούν πόλο έλξης φοιτητών και από το εξωτερικό.

Προς την επίτευξη του στόχου αυτού θα πρέπει να ληφθούν από την Πολιτεία τα εξής μέτρα:

Πρώτον

Αύξηση της χρηματοδότησης στον τακτικό προϋπολογισμό και στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Και τούτο γιατί απαιτούνται πόροι για να αγοραστούν μηχανήματα νεώτερης γενιάς, να γίνει η συντήρηση της και να καλυφθούν οι λειτουργικές ανάγκες.

Δεύτερον

Αύξηση του αριθμού των καθηγητών και του λοιπού διδακτικού εργαστηριακού και διοικητικού προσωπικού.

Τρίτον

Μείωση της αντιαναπτυξιακής γραφειοκρατίας, για να υπάρξει απλούστευση των διαδικασιών στους ειδικούς λογαριασμούς κονδυλίων έρευνας, ώστε ποσά που προέρχονται από εξωτερικές πηγές να μπορούν να απορροφηθούν άμεσα.

Με τα μέτρα αυτά θα οδηγηθεί σε βελτίωση, το επίπεδο παρεχόμενης εκπαίδευσης και θα επιτευχθεί η σύνδεση της με την επιχειρηματικότητα. Και τούτο γιατί τα Πανεπιστήμια οφείλουν να προετοιμάζουν τους επιστήμονες του μέλλοντος για τις πραγματικές συνθήκες που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν εντός του ανταγωνιστικού περιβάλλοντος. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να συνεργάζονται με τα Πανεπιστήμια εντός σαφώς καθορισμένων προγραμμάτων πρακτικής και εφαρμοσμένης έρευνας που θα τους προσδώσει μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα.

Αυτός ο κύκλος εκπαίδευσης, πρακτικής και εφαρμοσμένης έρευνας μπορεί να αποτελέσει κριτήριο ανάπτυξης για την εκπαίδευση και την επιχειρηματικότητα σε μια εποχή που η γνώση είναι η κυρίαρχη δύναμη. Συνεπώς, είναι απολύτως αναγκαίο η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.

Επισημάνσεις του Σπύρου Ταλιαδούρου

π. Υφυπουργός Παιδείας / π. Βουλευτής Ν. Καρδίτσας

https://toperiodikomou.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ