Σπύρος Ταλιαδούρος: Μας μιλάει για όλα

Σπύρος Ταλιαδούρος..  Έλληνας πολιτικός,  διετέλεσε Γ’ Αντιπρόεδρος της Βουλής από τον Μάιο έως τον Ιούνιο του 2012, καθώς και Υφυπουργός παιδείας από το 2004 έως το 2009. Μας δέχτηκε στο γραφείο του και μας μίλησε για την οικονομία της χώρας μας και για το εκπαιδευτικό σύστημά της. 

 

1.Ερώτηση: Πως βλέπετε την οικονομία της Ελλάδας να κινείται σήμερα;

Απάντηση: Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παρέλαβε το 2015 μια οικονομία που είχε αρχίσει η ανάπτυξη. Το 2014 το Α.Ε.Π. είχε παρουσιάσει αύξηση κατά 0,7%. Ο εθνικός πλούτος είχε αυξηθεί κατά 1,2 δις ευρώ. Από το 2015 δυστυχώς ξανάρχισε η ύφεση με υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 0,3 % και συνεχίστηκε το 2016 με 0,2%. Η χώρα έχασε 6,1 δις ευρώ, αντί να είναι πιο πλούσια κατά 12,4 δις ευρώ σύμφωνα με τις αναλύσεις των θεσμών.

Σήμερα, η οικονομία κινείται ουσιαστικά προς τα κάτω. Οι πρωτοβουλίες της πρώτης Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήσαν καταστροφικές και οδήγησαν τη χώρα και πάλι στην ύφεση. Και σήμερα όμως δεν έχουν προχωρήσει γενναίες μεταρρυθμίσεις με αποτέλεσμα η οικονομία να μην οδηγείται σε αναπτυξιακή πορεία.

Βασική αιτία αποτελεί η υπερφορολόγηση που επέλεξε να εφαρμόσει η  Κυβέρνηση, αντί να προχωρήσει σε διαρθρωτικές αλλαγές που θα ενίσχυαν την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και θα προσέλκυαν επενδύσεις. Μόνο οι επενδύσεις φέρνουν ανάπτυξη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα εφαρμόζονται οι υψηλότεροι συντελεστές φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων με 29%, όταν στην Κύπρο είναι στο 12,5%. Ομοίως, τη χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα στη Μεσόγειο επιβάλλει στα ελληνικά ξενοδοχεία το καθεστώς υπερφορολόγησης δια εμμέσων φόρων, όπως ο ΦΠΑ και σε λίγο ο φόρος διανυκτέρευσης.

Αποτέλεσμα αυτών είναι ότι οι ελληνικές εταιρίες μεταναστεύουν μαζικά σε Κύπρο και Βουλγαρία. Η μετανάστευση των ελληνικών επιχειρήσεων και η δραματική μείωση των επενδύσεων έχουν αποτέλεσμα να πληγούν βαρύτατα οι εργαζόμενοι. Μεγάλος αριθμός εργαζομένων, σχεδόν ένας στους τρείς μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, εργάζεται με μερική απασχόληση λαμβάνοντας κατά μέσο όρο 394 ευρώ το μήνα.

Είναι συνεπώς σαφές ότι η σοβαρή απώλεια της εμπιστοσύνης σε συνδυασμό με τους πανύψηλους φόρους, τις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές, αποθαρρύνουν τις επενδύσεις στη χώρα μας. Η κατανάλωση των νοικοκυριών υποφέρει και η διαρκής ύφεση ρίχνει τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας.

Είναι σαφές ότι η υπερφορολόγηση υπονομεύει το παρόν και το μέλλον της Ελλάδος.

2.Ερώτηση: Που οφείλεται, πέραν της υπερφορολόγησης, κατά την άποψη σας η ύφεση στην οικονομία;

Απάντηση: Θεωρώ ότι οφείλεται στην τεράστια καθυστέρηση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και στη πλήρη αδυναμία κατάρτισης ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου, με κύριο άξονα την στήριξη της επιχειρηματικότητας για την τόνωση της οικονομίας. Οι καθυστερήσεις αυτές ενισχύουν την έλλειψη αξιοπιστίας της και την εσφαλμένη οικονομική πολιτική που στηρίζεται κυρίως στην αυξημένη φορολογία. Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την ύπαρξη ενός αρνητικού οικονομικού κλίματος. Αποτέλεσμα αυτών είναι ότι η ύφεση της οικονομίας συνεχίζεται.

Από την άλλη πλευρά, οι ιδιωτικοποιήσεις που θα μπορούσαν να προσφέρουν έσοδα και να δημιουργήσουν μονιμότερες εστίες ανάπτυξης, δεν προωθούνται όπως οι περιστάσεις επιβάλουν.

Οι τράπεζες επίσης, που θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο αναγέννησης της οικονομίας, αν είχε προχωρήσει συστηματικά η εξυγίανση τους, βασανίζονται από κεφαλαιουχικές και άλλες ανεπάρκειες αδυνατώντας να δώσουν χρηματοδοτικούς πόρους στην ελληνική οικονομία.

Είναι σαφές συνεπώς ότι η Κυβέρνηση, δέσμια των ιδεολογικών της αγκυλώσεων, δεν μπορεί να προωθήσει την ανάπτυξη. Δεν κινείται με τους ρυθμούς που οι συνθήκες απαιτούν. Τα λάθη της και οι τραγικές της καθυστερήσεις κοστίζουν ακριβά στην ελληνική κοινωνία, η οποία είναι εξουθενωμένη και δεν περιμένει τίποτα από αυτή την Κυβέρνηση. Δεν τρέφει καμιά ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει προς το καλύτερο. Φοβάμαι ότι όσο εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η πολιτική από τη σημερινή Κυβέρνηση, η χώρα δεν θα έχει καμία τύχη. Θα ξανακυλήσει στα σκοτάδια της ύφεσης και της απόλυτης παρακμής.

3.Ερώτηση: Ποια κατεύθυνση πιστεύετε ότι πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική οικονομία για να υπάρξει ανάπτυξη;

Απάντηση: Είναι βέβαιο ότι το έλλειμμα ενός κράτους δεν περιορίζεται βάζοντας φόρους. Αντίθετα, η ανάκαμψη της οικονομίας και συνεπώς η μείωση του ελλείμματος, μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από τις προσπάθειες του ιδιωτικού τομέα, των παραγωγικών τομέων στο σύνολο τους. Μια κυβέρνηση μπορεί με την πολιτική της να στηρίξει αυτές τις προσπάθειες. Δυστυχώς, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τις υπονομεύει. Δεν δημιουργεί τις συνθήκες σταθερότητας και εμπιστοσύνης που απαιτούνται. Χωρίς σταθερότητα, χωρίς καταναλωτική, επιχειρηματική και επενδυτική εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει ανάκαμψη. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ιδεοληψίες του υπονομεύουν συστηματικά την προσέλκυση επενδύσεων, όπως π.χ. συμβαίνει με το Ελληνικό. Χωρίς επενδύσεις δεν δημιουργούνται νέες δουλειές.

Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα είναι: Μπορεί να υπάρξει νέα κατεύθυνση στην ελληνική οικονομία που θα την μετατρέπει σε μια σύγχρονη ανοικτή ευρωπαϊκή οικονομία;

Για να επιτευχθεί αυτό είναι απαραίτητο να υπάρξει μια άλλη κυβερνητική πολιτική. Μια πολιτική που θα οδηγούσε την οικονομία σε μια άλλη από τη σημερινή κατεύθυνση, ώστε να υπάρξουν ανοικτές αγορές, κεντρικός ρόλος στην επιχειρηματικότητα και καινοτομία, αλλά και ένα κράτος που εξασφαλίζει αποτελεσματικά την κοινωνική συνοχή και προστασία των πραγματικά αδύναμων. Χρειάζεται ένα αξιόπιστο σχέδιο με ισχυρή και ειλικρινή πολιτική στήριξη του. Προς την κατεύθυνση αυτή απαραίτητα βήματα είναι τα εξής:

Πρώτον: Αποφασιστική επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων με απόλυτη διαφάνεια και την ελάχιστη γραφειοκρατία, που θα εκπλήξει θετικά, ώστε να γίνει ο καταλύτης ενός επενδυτικού ρεύματος. Όταν δημιουργηθεί μια επενδυτική δυναμική, πολλοί είναι εκείνοι που θα ακολουθήσουν. Παράλληλα, να υπάρξει ένα σχέδιο επίσπευσης των διαδικασιών για υπάρχοντα επενδυτικά σχέδια που παραμένουν καθηλωμένα στα συρτάρια του κρατικού μηχανισμού.

Δεύτερον: Μείωση της φορολογίας και της γραφειοκρατίας, για να επιτρέψουμε στις μικρομεσαίες κυρίως επιχειρήσεις να επιβιώσουν.

Τρίτον: Μείωση της αδιαφάνειας και αποτελεσματικότερη κίνηση των κρατικών υπηρεσιών και όλων των Αρχών συμπεριλαμβανομένης της Δικαιοσύνης. Ο κάθε επενδυτής πρέπει να γνωρίζει ότι το σχέδιο του θα περάσει από μια συγκεκριμένη διαδικασία διαφανή με σαφείς όρους και ξεκάθαρο χρονικό ορίζοντα.

Τέταρτον: Στροφή της οικονομίας προς τις νέες τεχνολογίες για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της, αλλά και για να μένουν στη χώρα μας νέοι με προσόντα.

Μόνο έτσι η ελληνική οικονομία θα οδηγηθεί σε μια νέα κατεύθυνση με αναπτυξιακό πρόσημο.

4.Ερώτηση: Είχατε διατελέσει επί Κυβερνήσεων Καραμανλή (2004-2009) Υφυπουργός Παιδείας αρμόδιος για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Ποια θεωρείτε ότι πρέπει να είναι η πολιτική που πρέπει να εφαρμοστεί για την ποιοτική ανάπτυξη των ΑΕΙ;

Απάντηση: Βασικοί άξονες της πολιτικής που πρέπει να εφαρμοσθεί είναι η ενίσχυση της αυτοτέλειας, της αξιοκρατίας, της διαφάνειας, της αποτελεσματικότητας, της διεθνοποίησης των ελληνικών ΑΕΙ, και της σύνδεσης τους με την παραγωγική διαδικασία και την έρευνα,  ώστε να επιτευχθεί η διδακτική και ερευνητική αριστεία των ΑΕΙ. Έτσι, η Ελλάδα θα προχωρήσει μπροστά με υψηλών προδιαγραφών ΑΕΙ που θα προσελκύουν υψηλού επιπέδου προσωπικό και φοιτητές.                                                                        Ειδικότερα:

Πρώτον: Λήψη μέτρων που θα ενισχύσουν την αυτοτέλεια των ελληνικών ΑΕΙ, ώστε να αποφασίζουν τα ίδια για όποιο θέμα αφορά την εκπαιδευτική τους λειτουργία.

Δεύτερον: Διεύρυνση των διαδικασιών αξιολόγησης μέσω της ΑΔΙΠ. Ουσιαστικός απολογισμός της λειτουργίας των ΑΕΙ θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με την περαιτέρω διεύρυνση των διαδικασιών αξιολόγησης, και για θέματα που άπτονται και της οικονομικής λειτουργίας των ιδρυμάτων. Η ΑΔΙΠ μπορεί να εγγυηθεί την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα της εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης των ΑΕΙ. Παράλληλα, θεωρώ ότι πρέπει να διατηρηθεί η κρατική εποπτεία και ο έλεγχος νομιμότητας από το Υπουργείο Παιδείας, αλλά με την καθιέρωση σαφών και αντικειμενικών κανόνων, ώστε να μην υπάρχουν φαινόμενα κυβερνητικών ή άλλων κομματικών επιρροών και παρεμβάσεων.

Είναι σαφές ότι η ποιότητα και η αξιοποίηση των εκπαιδευτικών παροχών πρέπει να αξιολογούνται, ώστε τόσο η κρατική χρηματοδότηση, όσο και το εκπαιδευτικό προσωπικό να υπόκεινται σε διαδικασία αντικειμενικού ελέγχου.

Τρίτον: Κατοχύρωση της ελευθερίας στη διδασκαλία και στην έρευνα, πράγμα που μεταφράζεται ως μηδενική ανοχή στα φαινόμενα βίας και ανομίας. Το άσυλο των ΑΕΙ είναι ο θεσμός που ταυτίζεται με την ανεμπόδιστη διακίνηση των ιδεών, την επιστημονική έρευνα, την καλλιέργεια πολιτιστικών και κοινωνικών αξιών, την ακαδημαϊκή ελευθερία και την πανεπιστημιακή αυτοτέλεια. Δεν έχει καμία σχέση με πράξεις καταστροφής και βίας που παρατηρούνται στις μέρες μας στους χώρους των ΑΕΙ. Το πρόβλημα πρέπει να λυθεί άμεσα, δραστικά, με τόλμη και αποφασιστικότητα, όπως η αυτεπάγγελτη επέμβαση των αρχών της Πολιτείας για όλες τις αξιόποινες πράξεις.

Τέταρτον: Ενίσχυση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων, ώστε να αποτελέσουν βασικό εργαλείο για την ανάπτυξη και την εξωστρέφεια των ΑΕΙ και με την προσέλκυση φοιτητών από το εξωτερικό.

Πέμπτον: Σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγική διαδικασία, ώστε τα ΑΕΙ να μπορούν να αντλούν πόρους και από την αγορά, πράγμα που θα βοηθήσει την ανάπτυξη και την καινοτομία, για να μπορούν οι πτυχιούχοι να ανταγωνιστούν στο απαιτητικό σύγχρονο περιβάλλον, αποκτώντας πολύτιμα επαγγελματικά εφόδια.

Για την ποιοτική αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης, είναι εξαιρετικά σημαντικό να χαραχθεί, μέσα στο πλαίσιο του εθνικού διαλόγου για την παιδεία, μια κοινή εθνική στρατηγική για την εκπαίδευση, η οποία θα χαρακτηρίζεται από συνέχεια και σταθερότητα και δεν θα αλλάζει από κυβέρνηση σε κυβέρνηση. Ο χώρος της παιδείας απαιτεί ενότητα και σκληρή δουλειά.

     

Συνέντευξη: Βιβή Κάραλη

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ