Ιμμάνουηλ Κάντ: 214 χρόνια μετά το θάνατο του!

O Ιμμάνουελ Καντ ήταν Γερμανός φιλόσοφος κι επιστημολόγος γεννημένος το 1724 στο Καίνιξμπεργκ της Πρωσίας. Έχοντας αφιερώσει τη ζωή του αποκλειστικά στη μελέτη, τη διδασκαλία και τη συγγραφή συνέβαλε στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης κι έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές και φιλοσόφους όλων των εποχών, μάλιστα ως ο μεγαλύτερος της νεότερης εποχής, καθώς, όπως αναφέρει κι ο Παπανούτσος, ό, τι υπήρξε ο Αθηναίος σοφός για την αρχαία φιλοσοφική σκέψη, είναι κι ο Καντ για τη νεότερη. ένα μοναδικό στο ύψος του ορόσημο.

Η κριτική διδασκαλία του Καντ λειτούργησε σα γέφυρα μεταξύ του ορθολογισμού και του εμπειρισμού του 18ου αιώνα, πιο συγκεκριμένα στις μονομερείς απόψεις των δύο αυτών σχολών σχετικά με τη σύνδεση του νου του ανθρώπινου υποκειμένου με τον υποκειμενικό κόσμο. Η καντιανή κριτική φιλοσοφία έχοντας ως κέντρο τη γνώση κι επαναπροσδιορίζοντας πολλές από τις εν χρήσει έννοιες θεμελιώνεται στη διάκριση της αισθητής και της νοητής γνώσης, που όμως λειτουργούν συνεργατικά.

Σε πρώτο στάδιο, η εμπειρία είναι αυτή, που προσφέρει το υλικό ως άμεσες ενιαίες παραστάσεις, το οποίο εν συνεχεία θα γίνει ‘αντικείμενο’ επεξεργασίας και μορφοποίησης του λόγου με στοιχεία, που διαθέτει ο νους a priori. Καθώς ο χώρος κι ο χρόνος αποτελούν ανεξάρτητους από την εμπειρία τρόπους λειτουργίας της αντιληπτικής ικανότητας, αλλά κι απαραίτητες προϋποθέσεις, το πρωτογενές υλικό τοποθετείται, σε ένα δεύτερο επίπεδο, στα πλαίσια των δύο αυτών εννοιών. Ο, τι αντιλαμβανόμαστε καταλήγει στο νου, αφού συλληφθεί από την καθαρή νόηση κι αφού φιλτραριστεί από τις δύο προϋποθέσεις της αντίληψη, άρα κι η γνώμη μας για τα πράγματα στηρίζεται στη φαινομενική οργάνωση από το νου μας κι όχι όπως μπορεί να είναι πραγματικά καθεαυτά. Το νέο, λοιπόν, στοιχείο, που εισάγει ο Καντ είναι ότι ο ορθός λόγος δεν παρέχει a priori θεωρητική γνώση για τα πράγματα καθεαυτά κι αυτός ο περιορισμός είναι και το τίμημα της εξασφάλισης της συνεργασίας εμπειρίας κι ορθού λόγου, που παρέχει βέβαιη γνώση μόνο για τη δομή του φαινομενικού κόσμου. Πρόκειται, δηλαδή, για μία φιλοσοφική αναζήτηση υπερβατολογική κι όχι υπερβατική.

Η μορφή του Καντ διαμόρφωσε γενικότερα σε μεγάλο βαθμό όλη την επιχειρηματολογία κι ανάλυση της μεταγενέστερης φιλοσοφίας, αλλά κι ειδικότερα μέσω της ηθικής του φιλοσοφίας, που αναπτύσσεται στο έργο του «Θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών», όπου και παρουσιάζει κριτικά τις συνθετικές a priori αρχές του πρακτικού λόγου συναρμόζοντας τες με εκείνες του θεωρητικού λόγου. Αρχή του Καντ αποτέλεσε η άποψη ότι το μόνο αυτοτελές καλό είναι η καλή βούληση, το ύψιστο αγαθό, η προϋπόθεση για όλα τα υπόλοιπα αγαθά, συμπεριλαμβανομένης και της ευτυχίας, όχι εξαιτίας των τελικών αποτελεσμάτων της, αλλά επειδή ακολουθεί τον αναγκαίο και καθολικό, μη εμπειρικό νόμο της ελεύθερης βούλησης. Αυτή η ελευθερία του πράττειν σε συνδυασμό όχι με την προδιάθεση, αλλά με την έννοια του καθήκοντος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την άποψη του Αριστοτέλη, που θέλει τον άνθρωπο να απολαμβάνει την εκτέλεση ενάρετων πράξεων, και ισούται με το πράττειν με σεβασμό στον ηθικό νόμο. Σε αυτό αναφέρεται κι η περίφημη κατηγορική προσταγή του Καντ. το να πράττει κανείς μόνον έτσι, ώστε να θέλει η δική του προσωπική αρχή να καταστεί καθολικός νόμος, που να ισχύει ακόμη κι εναντίον του.

Ο Ιμμάνουηλ Καντ απεβίωσε στις 12 Φεβρουαρίου του 1804, αφήνοντας πίσω του μία διαμάχη με διάρκεια, καθώς έθεσε υπό κριτική αμφισβήτηση καθιερωμένους θεσμούς και παραδόσεις. Αν κι από κάποιους το σύστημα του θεωρήθηκε ανολοκλήρωτο και με κενά και παρά το γεγονός ότι έζησε στα χρόνια του Διαφωτισμού, το όνομά του συνδέθηκε από πολλούς μεταγενέστερους με τη μετάβαση στη νεωτερικότητα.

~Δέσποινα Κρικέλη 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ