Ο διάλογος είναι προτιμότερος από την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Με την ψήφιση από την Βουλή του νομοσχεδίου, που αφορά στην επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο Πέλαγος και την πρόβλεψη ότι η Ελλάδα επιφυλάσσεται των δικαιωμάτων της για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας με βάση το Διεθνές Δίκαιο της θάλασσας, θωρακίζονται τα εθνικά μας συμφέροντα ενόψει της επανέναρξης των διερευνητικών επαφών με τον Άγκυρα, από το σημείο που αυτές σταμάτησαν τον Μάρτιο του 2016.

Η Κυβέρνηση επεδίωξε από την πρώτη στιγμή την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών. Το πλαίσιο ήταν σαφές: Να μην υπάρχει καμία ερευνητική δραστηριότητα εντός Ελληνικής ΑΟΖ και να συνεχίσουμε σε ένα προδιαγραμμένο πλαίσιο με αντικείμενο την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Είναι θετικό ότι η Τουρκία, ύστερα από μια περίοδο προκλήσεων, εκφράζει την βούληση να ξεκινήσει αυτή η διαδικασία. Μάλλον έπαιξε ρόλο και το ότι η βελτίωση των ευρωτουρκικών σχέσεων περνάει υποχρεωτικά από την βελτίωση των σχέσεων με την Ελλάδα.

Η Ελλάδα επιθυμεί την επανέναρξη των συνομιλιών γιατί η συνεχής ένταση με τις κλιμακώσεις είναι μια φθοροποιός και επικίνδυνη κατάσταση.

Η ψήφιση αυτού του νόμου και η έναρξη των διερευνητικών επαφών είναι πολύ σημαντική δεδομένου ότι η χώρα μας θα έχει να αντιμετωπίσει την εντεινόμενη τουρκική απειλή. Διακόσια χρόνια από την έναρξη του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα είμαστε αντιμέτωποι με νεοθωμανικά όνειρα και πρωτοφανείς διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Το 2021 βρίσκει την τουρκική ηγεσία υπό μεγάλη πίεση. Η οικονομική κρίση που βιώνει η Τουρκία είναι η χειρότερη των τελευταίων δεκαετιών και είναι κρίση βαθιά, που αγγίζει όλα τα κοινωνικά στρώματα καθώς και τους δημοκρατικούς θεσμούς της Τουρκίας.

Η Κυβέρνηση της Ελλάδος έχει απορρίψει την νέα προσπάθεια της Άγκυρας να θέσει εκ νέου ζήτημα αλλαγής της Συνθήκης της Λωζάνης, ως ένα εκ των διμερών προς αντιμετώπιση θεμάτων.

Η Ελλάδα δεν φοβάται τον διάλογο.

Έχει ενημερώσει για την παράνομη τουρκική δραστηριότητα σε όλα τα επίπεδα και έχει θέσει ξεκάθαρα το πλαίσιο: μοναδική προς επίλυση διαφορά είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στην βάση του Διεθνούς Δικαίου.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό και θετικό για την Ελλάδα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ξεκαθάρισε ότι η τουρκική παραβατικότητα δεν αποτελεί μόνο ένα ακόμη πρόβλημα της Ελλάδας με τον δύσκολο γείτονα της, αλλά ένα ευρωτουρκικό ζήτημα, που αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ταυτότητας και τη συνολική στρατηγική ασφάλειας στη ΝΑ Μεσόγειο. Η σχέση της Ένωσης με την Τουρκία δεν μπορεί να συνεχιστεί έτσι. Η Άγκυρα πορώνεται εμπνευσμένη από νεοοθωμανικές φιλοδοξίες, που δεν ανταποκρίνονται και δεν συμβιβάζονται με το σύστημα αρχών και αξιών της Ένωσης και αποτελεί απειλή για την σταθερότητα της περιοχής. Σε αυτό το πλαίσιο η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να χαράξει νέα στρατηγική απέναντι στην Τουρκία.

Συνεπώς, οι αποφάσεις οι οποίες πάρθηκαν στη Σύνοδο Κορυφής και αποτυπώνονται στα συμπεράσματα είναι σαφέστερες από ποτέ υπέρ των δικαίων της Ελλάδας και της Κύπρου απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας. Ταυτόχρονα γίνεται και κάτι πολύ σημαντικό: Εξουσιοδοτείται για πρώτη φορά, είναι κάτι που πέτυχε η Κυβέρνηση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ο Ύπατος Εκπρόσωπος και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να αξιολογήσουν συνολικά τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας. Και να προτείνουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μέτρα στα οποία μπορούν να συμπεριλαμβάνονται και τομεακές κυρώσεις αλλά και η επαναξιολόγηση της Τελωνειακής Ένωσης με την Τουρκία, εάν εκτιμηθεί ότι θίγονται συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή την διατύπωση δεν την είχαμε πετύχει ποτέ. Έτσι, είναι σαφές ότι η πίεση προς την Τουρκία σταδιακά αυξάνει.

Η διεθνής κοινότητα πλέον δεν μένει απλός παρατηρητής.

Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρώπη με σταθερό βηματισμό στέλνουν ξεκάθαρα μηνύματα στην Τουρκία. Η αξιοπιστία της Κυβέρνησης και η ελληνική διπλωματία κατάφεραν το 2020 να μετατρέψουν οριστικά τα ελληνοτουρκικά σύνορα σε ευρωτουρκικά.

Η Ελλάδα έχει το Διεθνές Δίκαιο με το μέρος της. Η Ελλάδα έχει σήμερα τις περισσότερες συμμαχίες απ’ ότι είχε ποτέ ιστορικά. Η Ελλάδα θα προσέλθει στην συζήτηση για την υφαλοκρηπίδα και τις θαλάσσιες ζώνες με σιγουριά και αυτοπεποίθηση και θα πει όχι στην Τουρκία σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και θα ζητήσει να δώσει λύση το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Αυτή είναι άλλωστε η κεντρική στρατηγική που ακολουθείται. Άλλωστε, η ιστορική Συνθήκη της Λωζάνης, που τερμάτισε το Α’ Παγκόσμιο πόλεμο στο ανατολικό μέτωπο, καθόρισε οριστικά τα σύνορα της Τουρκίας με την Ελλάδα, την Ουγγαρία, την Συρία, το Ιράκ. Η Συνθήκη της Λωζάνης είναι μια συνθήκη την επαναδιαπραγμάτευση της οποίας δεν δέχεται κανείς. Έτσι, αντιμετωπίζεται η τουρκική απειλή. Η ευρωπαϊκή καταδίκη της τουρκικής προκλητικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο απέναντι στα κράτη-μέλη, απέναντι στην Ελλάδα, απέναντι στην ίδια την Ένωση υπήρξε απολύτως σαφής. Η Ευρώπη με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έκανε ένα βήμα που αποτελεί προειδοποίηση προς την Τουρκία να αλλάξει συμπεριφορά.

Συνεπώς, η Ελλάδα δεν φοβάται το διάλογο με την Τουρκία, γιατί όπως έχει αποδείξει και στο παρελθόν, κινείται πάντα με βάση το Διεθνές Δίκαιο και τους Κανόνες Δικαίου της Θάλασσας. Άλλωστε, το μήνυμα της Ελλάδας είναι ότι η βία δεν παράγει δίκαιο. Το δίκαιο είναι αυτό που παράγει ειρήνη. Θεωρώ ότι τελικά και η Τουρκία θα αναγκαστεί να προσέλθει στις διερευνητικές υπό την πίεση της κακής κατάστασης της οικονομίας της, την αυστηρότερη στάση των ΗΠΑ μετά την αλλαγή την κυβερνητική καθώς και τον φόβο των κυρώσεων από την πλευρά της Ευρωπαϊκής ένωσης.

Ο διάλογος είναι προτιμότερος από την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.


Οι διερευνητικές επαφές που ξεκίνησαν θεωρούνται χαμηλής προσδοκίας. Όμως είναι αναγκαίες γιατί θα βάλουν στην άκρη την ένταση των τελευταίων μηνών. Ο διάλογος είναι προτιμότερος από την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Επισημάνσεις του Σπύρου Ταλιαδούρου

π. Υφυπουργός Παιδείας / π. Βουλευτής Ν. Καρδίτσας

https://toperiodikomou.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ