Έχει συννεφιά, μα δε βρέχει. Έχει καφέ, μα δεν έχει τσιγάρα. Γελάει βλέπεις, μα μέσα της καταρρέει. Τόσες αντιθέσεις πάνω στον γκρίζο καμβά του φθινοπώρου.
Μια κοπέλα στέκεται στο μπαλκόνι και κοιτάζει τη θάλασσα. Ο ψυχρός αέρας ανακατεύει τα πυκνά μαλλιά της και ανεμίζει τα ρούχα της. Στέκει ανέκφραστη, υποβασταζόμενη στα παγωμένα κάγκελα.
«Μαύρο, λευκό και λίγο.. γκρι.» σκέφτεται. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι ο χρωματικός συνδυασμός του κενού. Αρχίζει να τρέμει από το κρύο, μα δεν μπαίνει μέσα στο σπίτι. Μόνο κοιτάζει καθηλωμένη τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που λόγω της κακοκαιρίας έχει μεταμορφωθεί σε θυμωμένη, παθιασμένη και άπληστη γυναίκα. Χαμογελά ειρωνικά.
Ταυτίζεται τόσο με τη θάλασσα τις τελευταίες μέρες που την τρομάζει αυτή η ομοιότητα. Την τρομάζουν τα νεύρα της που ξεσπούν σε όλους και σε όλα, το κενό μέσα της που δεν της επιτρέπει να νιώσει πλήρης και, κυρίως, η απληστία της, που κάθε φθινόπωρο την κυριεύει όλο και πιο αποφασιστικά, όλο και πιο ολοκληρωτικά. Η διάθεσή της, καθρεφτίζεται πλήρως στην επιφάνεια της θάλασσας. Δάκρυα δεν μπορούν να κυλήσουν πλέον από τα μάτια της. Το πηγάδι της ευαισθησίας της, στέρεψε, είναι πια κενό.
Ρίγος τη διαπερνά, συνειδητοποιώντας την τόσο ψυχρή λογική της. Ο συναισθηματισμός και οι ευαισθησίες της σα να φεύγουν κάθε χρόνο μαζί με τα φωτεινά καλοκαίρια, πριν προλάβει να τα κρατήσει μέσα της.
Φθινόπωρο. Η εποχή του κενού, της συννεφιάς, του γκρι, της μοναξιάς, μια κόκκινη ομπρέλα και ένα ζευγάρι μαύρες αρβύλες.
Η αναμενόμενη μπόρα, ξεσπά. Σφίγγει πάνω της τη λευκή ζακέτα και μπαίνει μέσα στο σπίτι. Ο ψυχισμός της, άχρωμος και το βλέμμα της, κενό.
Κοιτάζει στον καθρέφτη και αντικρίζει εμένα. Δε με αναγνωρίζω.
Νίκη Λούσια
