Κρεμάλα συναισθημάτων

Κρεμάλα. Είχα μια απέχθεια γι΄αυτό το παιχνίδι. Πετούσαμε με τόση ευκολία γράμματα που δε ταίριαζαν στις λέξεις τους και σα να μην έφτανε αυτό, αργό καιγόμασταν κιόλας. Πρώτα το ένα χέρι, έπειτα το άλλο πόδι, κάποιο αυτί στα ενδιάμεσα και τέλος το κεφάλι, ως το πιο σημαντικό. Αγωνιούσαμε να βρούμε τις λέξεις, απλώς για να παίξουμε μαζί τους, χωρίς να μας ενδιαφέρουν ούτε τα νοήματα, ούτε καν ο κόπος τους αυτές ν’ αναθρεφτούν.

Τότε, σκεφτόμουν έντονα πως αν ήμουν γράμμα, θα ήθελα να είμαι κάποιο – ας πούμε – περίεργο, ώστε να μη με πιάνουν συχνά στο στόμα τους. Έβλεπα το άλφα πόσο καυχιόταν που οι περισσότερες λέξεις είχαν την ανάγκη του, το βήτα που ήταν αμφιλεγόμενο και το έψιλον που θεωρούνταν από τα σιγουράκια. Τότε, επιθυμούσα να γίνω τρανή, ώστε να μην την ξανά συναντήσω στο διάβα μου, ούτε ακόμη για να σκοτώνω με εκείνη την ώρα μου.

Αυτή η ατέρμονη εκμετάλλευση, η ευκολία εφεύρεσης καινούριων λέξεων, τα γράμματα που έσβηναν με μια βαθιά γραμμή πατημένη από πάνω τους, δείχνοντας την αχρηστία τους, με έκαναν να απορώ για τη ζητιανιά αυτή που πραγματοποιούνταν, προκειμένου να βρεθεί μια λέξη. Για να μην καείς. Για να αποδειχθείς ο καλύτερος. Αν θέλεις, ο εξυπνότερος.

Τώρα βέβαια, συνειδητοποιώ πως η κρεμάλα είναι το μόνο παιχνίδι που συνεχίζουμε να παίζουμε και το καλύτερο είναι πως δεν το γνωρίζουμε – ας πούμε για να το ευχαριστηθούμε κιόλας-. Ίσως, η έντονη επαφή μαζί της όταν ήμασταν παιδιά, είναι σα να μας κρατάει δέσμιους πλάι της.

Και ενώ πιο μικροί ζητιανεύαμε απλώς τη νίκη, τώρα ζητιανεύουμε συναισθήματα. Παίζουμε το παιχνίδι με μία μικρή παραλλαγή, που όμως μας δημιουργεί μεγάλο πόνο. Στήνουμε τις άδειες μας γραμμούλες, βάζουμε το κεφάλι μας στη θηλιά, περιμένοντας ο συμπαίκτης μας να βρει τα σωστά γράμματα, χωρίς να πετάξει πολλά, γιατί αυτό σαφέστατα δείχνει πως δεν μας γνωρίζει και αυτό ξέρετε μας πονάει, γιατί έτσι κάτι πρέπει να σβήσουμε από πάνω μας. Κρεμόμαστε κυριολεκτικά από το κάθε γράμμα του. Παρακαλάμε να βρούνε τις λέξεις μας, αντί να τις ξεστομίσουμε εμείς οι ίδιοι -φοβόμαστε βλέπεις- τις αντιδράσεις, τον πόνο ή και ακόμη την ανυπολόγιστη χαρά.

Καταλαβαίνετε τώρα γιατί δε μου άρεσε ποτέ η κρεμάλα; Γιατί αργοπεθαίνουμε μαζί της. Ζητιανεύουμε μαζί της. Πονάμε κάθε τρεις και λίγο μαζί της. Και όλα αυτά γιατί μας έμαθαν πως η κρεμάλα, είναι ένα πολύ διασκεδαστικό παιχνίδι, κατάλληλο για ανηλίκους και ενηλίκους. Με τη διαφορά πως τότε σκοτώναμε το έξω μας, ενώ τώρα ό, τι υπάρχει μέσα μας.

Εβελίνα Πρεβέντη

https://toperiodikomou.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ