Ήθελα εσένα και ότι είχε να κάνει με εσένα!

Ήθελα να μ’ αγκαλιάσεις και να με καθησυχάσεις με ένα απλό και κοινότυπο «Όλα καλά θα πάνε». Δεν ήθελα να το περάσω πάλι μόνη αυτό το μεταίχμιο από τον πόνο στην ελευθερία. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε. Δε μου κάνει πια εντύπωση. Ήθελα, που λες, να ‘σαι δίπλα μου και να μου λες καλημέρες και καληνύχτες. Κι έπειτα να δημιουργείς ο ίδιος αυτές τις καλές μέρες και τις καλές νύχτες.

Δεν ήθελα να αποδείξω για άλλη μια φορά πόσο δυνατή και αλώβητη είμαι. Δεν ήθελα να φύγεις έτσι απλά. Δεν ήθελα να αποκτήσω άλλη μια εμπειρία απομάκρυνσης κι αποκοπής από τον εκάστοτε «σημαντικό» μου (όπως θα έλεγε και η Ρενέ). Ήθελα ρε γαμώτο,να με πάρεις από το χέρι να δω τη θάλασσα που ξέρεις πόσο μου αρέσει. Ήθελα νύχτες και μέρες γεμάτες από πάθος, έρωτα και ήλιο. Να μη σταματάμε πουθενά και σε τίποτα. Μα να μη μας σταματάει κανείς. Ήθελα να είσαι ο κολλητός μου, ανεξάρτητα από όλα τα άλλα. Να γελάμε κρυφά μεταξύ μας στα μαγαζιά με κάτι που είδαμε και να σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι πριν καν στο δείξω.

Να μη σπαταλάμε το χρόνο μας με λέξεις και μισόλογα. Ήθελα αγκαλιές, γέλια, ταξίδ­ια και ξενύχτια. Οι δυο μας. Εγώ κι εσύ. Θα μπορούσα ανέκαθεν να βρω κάποιον που θα μπορούσε να μου δώσει αυτά που ζητάω. Μα εγώ ήθελα εσένα. Με εσένα είναι αλλιώς. Ήθελα αθλητικά, μπύρες και άραγμα σε ταράτσες τα ηλιοβασιλέματα. Ήθελα­ μεθύσια, φιλιά και χορό μέχρι το ξημέρωμα. Ήθελα τη θάλασσα κρύα κι εσένα φωτιά. Ήθελα να σου λέω »όχι» και πριν μου πεις »ναι» να με έχεις πείσει ήδη για όλα. Ήθελα τρέλες, τάβλι και καφέ στο μπαλκόνι. Ήθελα να με ζεσταίνεις χωρίς να με ντύνεις με παραπανίσια ρούχα και να με διώχνεις με τον τρόπο εκείνο που θα με κρατούσες για πάντα κοντά σου.

Ήθελα να’σαι σαν το τσάι μου. Μόνο με λεμόνι. Δεν ήθελα υπερβολικά πολλά μέλια. Ήθελα αντίδραση για να δράσω σωστά. Ήθελα να κοιμάσαι και να ξυπνάς δίπλα μου-όχι όμως πάντα. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. Μη με παρεξηγήσεις. Απλώς με κούρασαν οι δεσμεύσεις με τα μέτρια και οι σχέσεις δίχως μέλλον. Ήθελα, ήθελα, ήθελα και τι δεν ήθελα. Και τι δεν θέλω. Το μυστικό και το προτέρημα αυτού του κειμένου όμως, ξέρεις ποιο είναι; Ότι θα μπορούσε να το γράψει ο οποιοσδήποτε και παράλληλα να απευθύνεται στον οποιονδήποτε. Φαίνονται πολλά, μα είναι λίγα αυτά που ζητάμε ο ένας από τον άλλον. Γι’ αυτό να τους διαβάζεις τους ανθρώπους σα βιβλία. Μπορείς να βρεις μέσα τους σελίδες που να μοιάζουν με τη δκη σου βιογραφία.

~Νίκη Λούσια 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ